ἐξεταστικόν

ἐξεταστικόν
ἐξεταστικός
capable of examining into
masc acc sg
ἐξεταστικός
capable of examining into
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Retórica — Para otros usos de este término, véase Retórica (desambiguación). La retórica es la disciplina transversal a distintos campos de conocimiento (ciencia de la literatura, ciencia política, publicidad, periodismo, etc.) que se ocupa de estudiar y de …   Wikipedia Español

  • εξεταστικός — ή, ό (AM ἐξεταστικός, ή, όν) [εξεταστής] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην εξέταση, ο ικανός να εξετάζει («εξεταστική επιτροπή») αρχ. 1. ο κατάλληλος ν αναζητεί την αλήθεια 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐξεταστικόν αμοιβή εξεταστή, εξέταστρα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”